μεσουρανώ


μεσουρανώ
[мэсурано] р. находиться в зените,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μεσουρανώ" в других словарях:

  • μεσουρανώ — μεσουρανώ, μεσουράνησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μεσουρανώ — (ΑM μεσουρανῶ, έω) (για ουράνια σώματα) βρίσκομαι στο μέσο τού ουρανού, διέρχομαι από τον μεσημβρινό ενός τόπου, είμαι στο κατακόρυφο σημείο («οἷον ὁ ἥλιος καὶ τὰ ἄστρα ἀνίσχοντα καὶ δύνοντα μείζω φαίνεται ἢ μεσουρανοῡντα», Αριστοτ.) νεοελλ. μτφ …   Dictionary of Greek

  • μεσουρανώ — μεσουράνησα 1. (για αστέρια), βρίσκομαι στη μέση του ουρανού: Ο ήλιος μεσουρανούσε και έκανε πολλή ζέστη. 2. μτφ., βρίσκομαι στο αποκορύφωμα της ακμής, της δράσης, της δόξας: Η τραγουδίστρια αυτή μεσουρανούσε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεσουρανίζω — (Μ μεσουρανίζω) μεσουρανώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού μεσουρανώ κατά τα ρ. σε ίζω] …   Dictionary of Greek

  • συμμεσουρανώ — έω, Α [μεσουρανῶ] (για αστέρα) μεσουρανώ μαζί ή συγχρόνως με άλλον αστέρα …   Dictionary of Greek

  • αμεσουράνητος — η, ο [μεσουρανώ] 1. (για ουράνια, σώματα) αυτός που δεν μεσουράνησε, που δεν έφθασε στο μέσο τού ουρανού, στον μεσημβρινό 2. αυτός που δεν έφθασε ακόμη στο ανώτατο σημείο τής επιτυχίας, τής δόξας, τής ακμής …   Dictionary of Greek

  • αντιμεσουρανώ — (Α ἀντιμεσουρανῶ, έω) μεσουρανώ στους αντίποδες («τα μεσάνυχτα ο ήλιος αντιμεσουρανεί») …   Dictionary of Greek

  • βασιλεύω — (AM βασιλεύω) Ι. 1. είμαι ή γίνομαι βασιλιάς 2. ασκώ τη βασιλική εξουσία ή (γενικότερα) κυβερνώ, διοικώ 3. ζω βασιλικά, με βασιλική άνεση μσν. νεοελλ. 1. δύω («ο ήλιος βασιλεύει κι η μέρα σώνεται», «βασίλευσεν ὁ ἥλιος κι ἔφθασεν ἡ ἑσπέρα») 2.… …   Dictionary of Greek

  • κεντρώνω — (Α κεντρῶ όω, Μ κεντρώνω) [κέντρον] 1. (για έντομα κ.λπ.) τσιμπώ ή τρυπώ με κεντρί, κεντρίζω, αγκυλώνω («αν είσαι μέλισσας παιδί, κέντρωσε και μη λαλείς» παροιμ. για όσους ενεργούν κρυφά) νεοελλ. 1. (σχετικά με δέντρα) μπολιάζω, βάζω κεντράδι 2.… …   Dictionary of Greek

  • μεσημβριάζω — και μεσημβρίζω και ποιητ. τ. μεσημβριῶ, άω (Α) [μεσημβρία] 1. διέρχομαι τη μεσημβρία, περνώ το μεσημέρι, αναπαύομαι κατά το μεσημέρι («ὥσπερ προβάτια μεσημβριάζοντα περὶ τὴν κρήνην εὔδειν», Πλάτ.) 2. (για τον Ήλιο ή τους αστέρες) βρίσκομαι στον… …   Dictionary of Greek